Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βέβηλος

/ˈve.vi.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βεβηλώνει (παραβιάζει) έναν ιερό χώρο με την παρουσία του ή με ασεβείς πράξεις και καταστροφές μέσα σ' αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βέβηλος < αρχαία ελληνική βέβηλος < βαίνω < βηλός (=κατώφλι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβέβηλοςβέβηληβέβηλο
Γενικήβέβηλουβέβηληςβέβηλου
Αιτιατικήβέβηλοβέβηληβέβηλο
Κλητικήβέβηλεβέβηληβέβηλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβέβηλοιβέβηλεςβέβηλα
Γενικήβέβηλωνβέβηλωνβέβηλων
Αιτιατικήβέβηλουςβέβηλεςβέβηλα
Κλητικήβέβηλοιβέβηλεςβέβηλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →