βεβηλώνω
•
- παραβιάζω έναν ιερό χώρο με ασεβείς πράξεις ή/και καταστροφές μέσα σ' αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βεβηλώνω < αρχαία ελληνική βεβηλόω < βέβηλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βεβηλώνω | βεβηλώνεις | βεβηλώνει | βεβηλώνουμε | βεβηλώνετε | βεβηλώνουν / βεβηλώνουνε |
| Παρατατικός | βεβήλωνα | βεβήλωνες | βεβήλωνε | βεβηλώναμε | βεβηλώνατε | βεβήλωναν / βεβηλώναν / βεβηλώνανε |
| Αόριστος | βεβήλωσα | βεβήλωσες | βεβήλωσε | βεβηλώσαμε | βεβηλώσατε | βεβήλωσαν / βεβηλώσαν / βεβηλώσανε |
| Μέλλοντας | θα βεβηλώνω / θα βεβηλώσω | θα βεβηλώνεις / θα βεβηλώσεις | θα βεβηλώνει / θα βεβηλώσει | θα βεβηλώνουμε / θα βεβηλώσουμε | θα βεβηλώνετε / θα βεβηλώσετε | θα βεβηλώνουν / θα βεβηλώνουνε / θα βεβηλώσουν / θα βεβηλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βεβηλώσει | έχεις βεβηλώσει | έχει βεβηλώσει | έχουμε βεβηλώσει | έχετε βεβηλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βεβηλώσει | είχες βεβηλώσει | είχε βεβηλώσει | είχαμε βεβηλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βεβηλώσει / να βεβηλώνω / να βεβηλώσω | να έχεις βεβηλώσει / να βεβηλώνεις / να βεβηλώσεις | να έχει βεβηλώσει / να βεβηλώνει / να βεβηλώσει | να έχουμε βεβηλώσει / να βεβηλώνουμε / να βεβηλώσουμε | να έχετε βεβηλώσει / να βεβηλώνετε / να βεβηλώσετε | να βεβηλώνουν / να βεβηλώνουνε / να βεβηλώσουν / να βεβηλώσουνε |
| Προστακτική | — | βεβήλωνε / βεβήλωσε | — | — | βεβηλώνετε / βεβηλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →