βέδες
•
- ινδουισμόςτα ιερά βιβλία των ινδουιστών, με ύμνους και τελετουργικούς στίχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βέδες < (άμεσο δάνειο) αγγλική Vedas πληθυντικός αριθμός του Veda < σανσκριτική वेद (veda: γνώση) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weyd (βλέπω· πβ. αρχαία ελληνική εἶδον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βέδες | βέδες |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | — | βέδες |
| Κλητική | — | βέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →