βεδικός
•
- ινδουισμόςπου έχει σχέση με τις βέδες ή το βεδισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βεδικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική védique < védas + -ique (-ικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βεδικός | βεδική | βεδικό |
| Γενική | βεδικού | βεδικής | βεδικού |
| Αιτιατική | βεδικό | βεδική | βεδικό |
| Κλητική | βεδικέ | βεδική | βεδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βεδικοί | βεδικές | βεδικά |
| Γενική | βεδικών | βεδικών | βεδικών |
| Αιτιατική | βεδικούς | βεδικές | βεδικά |
| Κλητική | βεδικοί | βεδικές | βεδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →