βέρος
•
- για πρόσωπααληθινός και γνήσιος, αυτόχθονας, γηγενής Βικιλεξικό
- είναι βέρος Θεσσαλονικιός
- Βέρος Πειραιώτης. Γέννημα θρέμμα του μεγάλου λιμανιού. Κιμπάρης και ντόμπρος. Τζέντλεμαν και μποέμ. Αντικομφορμιστής και αυθεντικός αντιστάρ, ένας από τους πιο ωραίους τύπους της γενιάς του, άφησε νωρίς την τελευταία του πνοή. (Χρήστος Κυριαζής: Έζησε σαν γνήσιος Πειραιώτης, έφυγε πρίγκιπας, Πρώτο Θέμα, 17/11/2021 https://www.protothema.gr/life-style/article/1182784/hristos-kuriazis-ezise-san-gnisios-peiraiotis-efuge-prigipas/)
Ετυμολογία
βέρος < (άμεσο δάνειο) ιταλική vero (αληθινός) + -ς < λατινική veritas (αλήθεια)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βέρος | βέρα | βέρο |
| Γενική | βέρου | βέρας | βέρου |
| Αιτιατική | βέρο | βέρα | βέρο |
| Κλητική | βέρε | βέρα | βέρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βέροι | βέρες | βέρα |
| Γενική | βέρων | βέρων | βέρων |
| Αιτιατική | βέρους | βέρες | βέρα |
| Κλητική | βέροι | βέρες | βέρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →