βήσαλο
•
- λόγιοείδος δομικού υλικού (τούβλου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βήσαλο < ελληνιστική κοινή βήσαλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βήσαλο | βήσαλα |
| Γενική | βήσαλου / βησάλου | βήσαλων / βησάλων |
| Αιτιατική | βήσαλο | βήσαλα |
| Κλητική | βήσαλο | βήσαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →