οπτόπλινθος
•
- πλίνθος από πηλό, ψημένη στο καμίνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπτόπλινθος < οπτ(ός) + -ό- + πλίνθος από την αρχαία φράση πλίνθοι ὀπταί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπτόπλινθος | οπτόπλινθοι / οπτόπλινθοι οπτόπλινθες |
| Γενική | οπτοπλίνθου | οπτοπλίνθων |
| Αιτιατική | οπτόπλινθο | οπτοπλίνθους / οπτοπλίνθους οπτόπλινθες |
| Κλητική | οπτόπλινθε / οπτόπλινθε οπτόπλινθο | οπτόπλινθοι / οπτόπλινθοι οπτόπλινθες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →