βήχω
•
- εκπνέω απότομα και σπασμωδικά παράγοντας ταυτόχρονα τραχύ ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βήχω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική βήσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βήχω | βήχεις | βήχει | βήχουμε | βήχετε | βήχουν / βήχουνε |
| Παρατατικός | έβηχα | έβηχες | έβηχε | βήχαμε | βήχατε | έβηχαν / βήχαν / βήχανε |
| Αόριστος | έβηξα | έβηξες | έβηξε | βήξαμε | βήξατε | έβηξαν / βήξαν / βήξανε |
| Μέλλοντας | θα βήξω / θα βήχω | θα βήξεις / θα βήχεις | θα βήξει / θα βήχει | θα βήξουμε / θα βήχουμε | θα βήξετε / θα βήχετε | θα βήξουν / θα βήξουνε / θα βήχουν / θα βήχουνε |
| Παρακείμενος | έχω βήξει | έχεις βήξει | έχει βήξει | έχουμε βήξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βήξει | είχες βήξει | είχε βήξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βήξει / να βήξω / να βήχω | να έχεις βήξει / να βήξεις / να βήχεις | να έχει βήξει / να βήξει / να βήχει | να έχουμε βήξει / να βήξουμε / να βήχουμε | να βήξετε / να βήχετε | να βήξουν / να βήξουνε / να βήχουν / να βήχουνε |
| Προστακτική | — | βήξε / βήχε | — | — | βήξτε / βήχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →