βήχας
•
- απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο Βικιλεξικό
- O ήδη «εξαρτημένος» από την «κακιά συνήθεια» γνωρίζει ήδη το... αυτονόητο, πώς δηλαδή το κάπνισμα «βλάπτει σοβαρά την υγεία» - του το λένε οι γιατροί (ακόμη... και αυτοί που καπνίζουν αρειμανίως!), το αντιλαμβάνεται επί καθημερινής βάσεως και ο ίδιος, με τις δύσπνοιες, τα αγκομαχητά του αν κάνει πέντε βήματα παραπάνω, τους θηριώδεις βήχες, το «βράσιμο» του στήθους του κάθε βράδυ που πέφτει για ύπνο. (*)
- συνεκδοχικάο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη αμηχανία Βικιλεξικό
- τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει
Ετυμολογία
βήχας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βήχας < αρχαία ελληνική βήξ (γενική βηχός) < βήσσω / βήττω (Ίσως το ρήμα βήττω είναι παράγωγο του ουσιαστικού βήξ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βήχας | βήχες |
| Γενική | βήχα | — |
| Αιτιατική | βήχα | βήχες |
| Κλητική | βήχα | βήχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →