Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαγεναρείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αποθηκευτικός χώρος, όπου φυλάσσεται το κρασί ενός μοναστηριού Βικιλεξικό
    • Oι χώροι που στεγάζουν το βαγεναρείο της μονής καταλαμβάνουν τμήματα του ισογείου και του υπογείου της δυτικής πτέρυγας και ανήκουν στην πρώτη οικοδομική της φάση, των αρχών του 19ου αιώνα. (.pdf εφημερίδα Καθημερινή)

Ετυμολογία

βαγεναρείο < βαγέν(ι) (βαρέλι) + -αρείο/ ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαγεναρείοβαγεναρεία
Γενικήβαγεναρείουβαγεναρείων
Αιτιατικήβαγεναρείοβαγεναρεία
Κλητικήβαγεναρείοβαγεναρεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →