Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαγένι

/vaˈʝe.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βαρέλι που προορίζεται για αποθήκευση κρασιού Βικιλεξικό
    • Πρώτα–πρώτα ετοίμαζαν τα βαγένια —μεγάλα και μικρά— που θά ’βαζαν μέσα το κρασί. Τη χωρητικότητά τους τη μετρούσαν, πάντα, σε βαρέλλες (1 βαρ. - 52 οκ.). Τα βαγένια αρχίζουν από 12 βαρελλών μέχρι 28, και ήταν παλιότερα το καμάρι των κρασοπαραγωγών της Λευκάδας (Πανταζής Κοντομίχης, Τα γεωργικά της Λευκάδας. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρης, 1985, σσ. 121‑122)

Ετυμολογία

βαγένι < μεσαιωνική ελληνική βαγένι / βαγένιν / βαγένιον < βάγνα < μεσαιωνική λατινική vagna (βαρέλι) < αραβική ? (waghna) (μεγάλο δοχείο (οίνου)) :: ή < σλαβικής προέλευσης vagan / ваган + -ι (επηρεασμένο από τη μεσαιωνική ελληνική λαγένα < λατινική lagena)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαγένιβαγένια
Γενικήβαγενιούβαγενιών
Αιτιατικήβαγένιβαγένια
Κλητικήβαγένιβαγένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →