Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαδίζω

/vaˈði.zo/ρήμα
•
  1. κινούμαι, προχωρώ, περπατώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπροβαίνω σε σειρά ενεργειών Βικιλεξικό
  3. ακολουθώ συγκεκριμένη κατεύθυνση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαδίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαδίζω < βάδην < βαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαδίζωβαδίζειςβαδίζειβαδίζουμεβαδίζετεβαδίζουν / βαδίζουνε
Παρατατικόςβάδιζαβάδιζεςβάδιζεβαδίζαμεβαδίζατεβάδιζαν / βαδίζαν / βαδίζανε
Αόριστοςβάδισαβάδισεςβάδισεβαδίσαμεβαδίσατεβάδισαν / βαδίσαν / βαδίσανε
Μέλλονταςθα βαδίζω / θα βαδίσωθα βαδίζεις / θα βαδίσειςθα βαδίζει / θα βαδίσειθα βαδίζουμε / θα βαδίσουμεθα βαδίζετε / θα βαδίσετεθα βαδίζουν / θα βαδίζουνε / θα βαδίσουν / θα βαδίσουνε
Παρακείμενοςέχω βαδίσειέχεις βαδίσειέχει βαδίσειέχουμε βαδίσειέχετε βαδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βαδίσειείχες βαδίσειείχε βαδίσειείχαμε βαδίσει——
Υποτακτικήνα έχω βαδίσει / να βαδίζω / να βαδίσωνα έχεις βαδίσει / να βαδίζεις / να βαδίσειςνα έχει βαδίσει / να βαδίζει / να βαδίσεινα έχουμε βαδίσει / να βαδίζουμε / να βαδίσουμενα έχετε βαδίσει / να βαδίζετε / να βαδίσετενα βαδίζουν / να βαδίζουνε / να βαδίσουν / να βαδίσουνε
Προστακτική—βάδιζε / βάδισε——βαδίζετε / βαδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →