βαδίζω
•
- κινούμαι, προχωρώ, περπατώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροβαίνω σε σειρά ενεργειών Βικιλεξικό
- ακολουθώ συγκεκριμένη κατεύθυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαδίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαδίζω < βάδην < βαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαδίζω | βαδίζεις | βαδίζει | βαδίζουμε | βαδίζετε | βαδίζουν / βαδίζουνε |
| Παρατατικός | βάδιζα | βάδιζες | βάδιζε | βαδίζαμε | βαδίζατε | βάδιζαν / βαδίζαν / βαδίζανε |
| Αόριστος | βάδισα | βάδισες | βάδισε | βαδίσαμε | βαδίσατε | βάδισαν / βαδίσαν / βαδίσανε |
| Μέλλοντας | θα βαδίζω / θα βαδίσω | θα βαδίζεις / θα βαδίσεις | θα βαδίζει / θα βαδίσει | θα βαδίζουμε / θα βαδίσουμε | θα βαδίζετε / θα βαδίσετε | θα βαδίζουν / θα βαδίζουνε / θα βαδίσουν / θα βαδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαδίσει | έχεις βαδίσει | έχει βαδίσει | έχουμε βαδίσει | έχετε βαδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαδίσει | είχες βαδίσει | είχε βαδίσει | είχαμε βαδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαδίσει / να βαδίζω / να βαδίσω | να έχεις βαδίσει / να βαδίζεις / να βαδίσεις | να έχει βαδίσει / να βαδίζει / να βαδίσει | να έχουμε βαδίσει / να βαδίζουμε / να βαδίσουμε | να έχετε βαδίσει / να βαδίζετε / να βαδίσετε | να βαδίζουν / να βαδίζουνε / να βαδίσουν / να βαδίσουνε |
| Προστακτική | — | βάδιζε / βάδισε | — | — | βαδίζετε / βαδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →