Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαδιστικός

/va.ði.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει την ικανότητα να βαδίζει Βικιλεξικό
  2. αυτός που βοηθά την βάδιση Βικιλεξικό
  3. αυτός που σχετίζεται με την βάδιση/το βάδισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαδιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαδιστικόςβαδιστικήβαδιστικό
Γενικήβαδιστικούβαδιστικήςβαδιστικού
Αιτιατικήβαδιστικόβαδιστικήβαδιστικό
Κλητικήβαδιστικέβαδιστικήβαδιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαδιστικοίβαδιστικέςβαδιστικά
Γενικήβαδιστικώνβαδιστικώνβαδιστικών
Αιτιατικήβαδιστικούςβαδιστικέςβαδιστικά
Κλητικήβαδιστικοίβαδιστικέςβαδιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →