βαθμίδα
•
- σκαλοπάτι, αναβαθμός Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαβαθμός κατάταξης, σε μια ιεραρχημένη κλίμακα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθμίδα :* (σκαλοπάτι) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαθμίς από την αιτιατική ενικού τὴν βαθμίδα :* (ιεραρχική θέση) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική grade
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαθμίδα | βαθμίδες |
| Γενική | βαθμίδας | βαθμίδων |
| Αιτιατική | βαθμίδα | βαθμίδες |
| Κλητική | βαθμίδα | βαθμίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →