βαθμομετρώ
•
- μετρώ ή υπολογίζω την ένταση, το επίπεδο ή τον αριθμό βαθμών ή βαθμίδων σε μια κλίμακα μέτρησης Βικιλεξικό
- βαθμολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθμομετρώ, ήδη από το 1888 ως βαθμομετρῶ < βαθμο- + -μετρώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαθμομετρώ | βαθμομετρείς | βαθμομετρεί | βαθμομετρούμε | βαθμομετρείτε | βαθμομετρούν / βαθμομετρούνε |
| Παρατατικός | βαθμομετρούσα | βαθμομετρούσες | βαθμομετρούσε | βαθμομετρούσαμε | βαθμομετρούσατε | βαθμομετρούσαν / βαθμομετρούσανε |
| Αόριστος | βαθμομέτρησα | βαθμομέτρησες | βαθμομέτρησε | βαθμομετρήσαμε | βαθμομετρήσατε | βαθμομέτρησαν / βαθμομετρήσαν / βαθμομετρήσανε |
| Μέλλοντας | θα βαθμομετρήσω / θα βαθμομετρώ | θα βαθμομετρήσεις / θα βαθμομετρείς | θα βαθμομετρήσει / θα βαθμομετρεί | θα βαθμομετρήσουμε / θα βαθμομετρούμε | θα βαθμομετρήσετε / θα βαθμομετρείτε | θα βαθμομετρήσουν / θα βαθμομετρήσουνε / θα βαθμομετρούν / θα βαθμομετρούνε |
| Παρακείμενος | έχω βαθμομετρήσει | έχεις βαθμομετρήσει | έχει βαθμομετρήσει | έχουμε βαθμομετρήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαθμομετρήσει | είχες βαθμομετρήσει | είχε βαθμομετρήσει | είχαμε βαθμομετρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαθμομετρήσει / να βαθμομετρήσω / να βαθμομετρώ | να έχεις βαθμομετρήσει / να βαθμομετρήσεις / να βαθμομετρείς | να έχει βαθμομετρήσει / να βαθμομετρήσει / να βαθμομετρεί | να έχουμε βαθμομετρήσει / να βαθμομετρήσουμε / να βαθμομετρούμε | να βαθμομετρήσετε / να βαθμομετρείτε | να βαθμομετρήσουν / να βαθμομετρήσουνε / να βαθμομετρούν / να βαθμομετρούνε |
| Προστακτική | — | βαθμομέτρησε | — | — | βαθμομετρήστε / βαθμομετρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βαθμομετρήθηκαβαθμομετρούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →