βαθμονομώ
•
- μεταβατικόχωρίζω την κλίμακα σε βαθμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαθμονομώ < βαθμός + -νομώ < νέμω (=διανέμω, μοιράζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαθμονομώ | βαθμονομείς | βαθμονομεί | βαθμονομούμε | βαθμονομείτε | βαθμονομούν / βαθμονομούνε |
| Παρατατικός | βαθμονομούσα | βαθμονομούσες | βαθμονομούσε | βαθμονομούσαμε | βαθμονομούσατε | βαθμονομούσαν / βαθμονομούσανε |
| Αόριστος | βαθμονόμησα | βαθμονόμησες | βαθμονόμησε | βαθμονομήσαμε | βαθμονομήσατε | βαθμονομήσαν / βαθμονομήσανε / βαθμονόμησαν |
| Μέλλοντας | θα βαθμονομήσω / θα βαθμονομώ | θα βαθμονομήσεις / θα βαθμονομείς | θα βαθμονομήσει / θα βαθμονομεί | θα βαθμονομήσουμε / θα βαθμονομούμε | θα βαθμονομήσετε / θα βαθμονομείτε | θα βαθμονομήσουν / θα βαθμονομήσουνε / θα βαθμονομούν / θα βαθμονομούνε |
| Παρακείμενος | έχω βαθμονομήσει | έχεις βαθμονομήσει | έχει βαθμονομήσει | έχουμε βαθμονομήσει | έχετε βαθμονομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαθμονομήσει | είχες βαθμονομήσει | είχε βαθμονομήσει | είχαμε βαθμονομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαθμονομήσει / να βαθμονομήσω / να βαθμονομώ | να έχεις βαθμονομήσει / να βαθμονομήσεις / να βαθμονομείς | να έχει βαθμονομήσει / να βαθμονομήσει / να βαθμονομεί | να έχουμε βαθμονομήσει / να βαθμονομήσουμε / να βαθμονομούμε | να έχετε βαθμονομήσει / να βαθμονομήσετε / να βαθμονομείτε | να βαθμονομήσουν / να βαθμονομήσουνε / να βαθμονομούν / να βαθμονομούνε |
| Προστακτική | — | βαθμονόμει / βαθμονόμησε | — | — | βαθμονομήστε / βαθμονομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →