βακούφι
•
- ιστορίατο κτήμα που έχει δοθεί/αφιερωθεί από τον ιδιοκτήτη του σε μοναστήρι ή ιερό καθίδρυμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη γενικότερη ακίνητη περιουσία ενός μοναστηριού Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο μοναστήρι ή η εκκλησία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βακούφι < (άμεσο δάνειο) τουρκική vakıf + -ι < αραβική (waqf)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βακούφι | βακούφια |
| Γενική | βακουφιού | βακουφιών |
| Αιτιατική | βακούφι | βακούφια |
| Κλητική | βακούφι | βακούφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →