Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βακούφι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιστορίατο κτήμα που έχει δοθεί/αφιερωθεί από τον ιδιοκτήτη του σε μοναστήρι ή ιερό καθίδρυμα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη γενικότερη ακίνητη περιουσία ενός μοναστηριού Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάτο μοναστήρι ή η εκκλησία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βακούφι < (άμεσο δάνειο) τουρκική vakıf + -ι < αραβική (waqf)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβακούφιβακούφια
Γενικήβακουφιούβακουφιών
Αιτιατικήβακούφιβακούφια
Κλητικήβακούφιβακούφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →