Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαλαντώνω

ρήμα
•
  1. εξαντλούμαι, κουράζομαι Βικιλεξικό
  2. θλίβομαι, στενοχωριέμαι Βικιλεξικό
  3. μαραζώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαλαντώνω < μεσαιωνική ελληνική βαλαντώνω < βαλάντιον(;)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβαλαντώνωβαλαντώνειςβαλαντώνειβαλαντώνουμεβαλαντώνετεβαλαντώνουν / βαλαντώνουνε
Παρατατικόςβαλάντωναβαλάντωνεςβαλάντωνεβαλαντώναμεβαλαντώνατεβαλάντωναν / βαλαντώναν / βαλαντώνανε
Αόριστοςβαλάντωσαβαλάντωσεςβαλάντωσεβαλαντώσαμεβαλαντώσατεβαλάντωσαν / βαλαντώσαν / βαλαντώσανε
Μέλλονταςθα βαλαντώνω / θα βαλαντώσωθα βαλαντώνεις / θα βαλαντώσειςθα βαλαντώνει / θα βαλαντώσειθα βαλαντώνουμε / θα βαλαντώσουμεθα βαλαντώνετε / θα βαλαντώσετεθα βαλαντώνουν / θα βαλαντώνουνε / θα βαλαντώσουν / θα βαλαντώσουνε
Παρακείμενοςέχω βαλαντώσειέχεις βαλαντώσειέχει βαλαντώσειέχουμε βαλαντώσειέχετε βαλαντώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βαλαντώσειείχες βαλαντώσειείχε βαλαντώσειείχαμε βαλαντώσει——
Υποτακτικήνα έχω βαλαντώσει / να βαλαντώνω / να βαλαντώσωνα έχεις βαλαντώσει / να βαλαντώνεις / να βαλαντώσειςνα έχει βαλαντώσει / να βαλαντώνει / να βαλαντώσεινα έχουμε βαλαντώσει / να βαλαντώνουμε / να βαλαντώσουμενα έχετε βαλαντώσει / να βαλαντώνετε / να βαλαντώσετενα βαλαντώνουν / να βαλαντώνουνε / να βαλαντώσουν / να βαλαντώσουνε
Προστακτική—βαλάντωνε / βαλάντωσε——βαλαντώνετε / βαλαντώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →