βαλαντώνω
•
- εξαντλούμαι, κουράζομαι Βικιλεξικό
- θλίβομαι, στενοχωριέμαι Βικιλεξικό
- μαραζώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαλαντώνω < μεσαιωνική ελληνική βαλαντώνω < βαλάντιον(;)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαλαντώνω | βαλαντώνεις | βαλαντώνει | βαλαντώνουμε | βαλαντώνετε | βαλαντώνουν / βαλαντώνουνε |
| Παρατατικός | βαλάντωνα | βαλάντωνες | βαλάντωνε | βαλαντώναμε | βαλαντώνατε | βαλάντωναν / βαλαντώναν / βαλαντώνανε |
| Αόριστος | βαλάντωσα | βαλάντωσες | βαλάντωσε | βαλαντώσαμε | βαλαντώσατε | βαλάντωσαν / βαλαντώσαν / βαλαντώσανε |
| Μέλλοντας | θα βαλαντώνω / θα βαλαντώσω | θα βαλαντώνεις / θα βαλαντώσεις | θα βαλαντώνει / θα βαλαντώσει | θα βαλαντώνουμε / θα βαλαντώσουμε | θα βαλαντώνετε / θα βαλαντώσετε | θα βαλαντώνουν / θα βαλαντώνουνε / θα βαλαντώσουν / θα βαλαντώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαλαντώσει | έχεις βαλαντώσει | έχει βαλαντώσει | έχουμε βαλαντώσει | έχετε βαλαντώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαλαντώσει | είχες βαλαντώσει | είχε βαλαντώσει | είχαμε βαλαντώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαλαντώσει / να βαλαντώνω / να βαλαντώσω | να έχεις βαλαντώσει / να βαλαντώνεις / να βαλαντώσεις | να έχει βαλαντώσει / να βαλαντώνει / να βαλαντώσει | να έχουμε βαλαντώσει / να βαλαντώνουμε / να βαλαντώσουμε | να έχετε βαλαντώσει / να βαλαντώνετε / να βαλαντώσετε | να βαλαντώνουν / να βαλαντώνουνε / να βαλαντώσουν / να βαλαντώσουνε |
| Προστακτική | — | βαλάντωνε / βαλάντωσε | — | — | βαλαντώνετε / βαλαντώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →