βαποράρα
•
- λαϊκότροποπολύ μεγάλο βαπόρι Βικιλεξικό
- το νέο βαπόρι που βάλανε στη γραμμή είναι βαποράρα
Ετυμολογία
βαποράρα < βαπόρ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαποράρα | βαποράρες |
| Γενική | βαποράρας | — |
| Αιτιατική | βαποράρα | βαποράρες |
| Κλητική | βαποράρα | βαποράρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →