Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παποράρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροπο: πολύ μεγάλο παπόρι Βικιλεξικό
    • άραξε σήμερα στο λιμάνι μια παποράρα πιο ψηλή κι από τις γύρω πολυκατοικίες

Ετυμολογία

παποράρα < παπόρ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαποράραπαποράρες
Γενικήπαποράρας—
Αιτιατικήπαποράραπαποράρες
Κλητικήπαποράραπαποράρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →