παποράρα
•
- λαϊκότροπο: πολύ μεγάλο παπόρι Βικιλεξικό
- άραξε σήμερα στο λιμάνι μια παποράρα πιο ψηλή κι από τις γύρω πολυκατοικίες
Ετυμολογία
παποράρα < παπόρ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παποράρα | παποράρες |
| Γενική | παποράρας | — |
| Αιτιατική | παποράρα | παποράρες |
| Κλητική | παποράρα | παποράρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →