Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρήκοος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μειωμένη ικανότητα ακοής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαρήκοος < μεσαιωνική ελληνική βαρήκοος < ελληνιστική κοινή βαρυήκοος < αρχαία ελληνική βαρύς + ἀκούω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρήκοοςβαρήκοηβαρήκοο
Γενικήβαρήκοουβαρήκοηςβαρήκοου
Αιτιατικήβαρήκοοβαρήκοηβαρήκοο
Κλητικήβαρήκοεβαρήκοηβαρήκοο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρήκοοιβαρήκοεςβαρήκοα
Γενικήβαρήκοωνβαρήκοωνβαρήκοων
Αιτιατικήβαρήκοουςβαρήκοεςβαρήκοα
Κλητικήβαρήκοοιβαρήκοεςβαρήκοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →