Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρύς

/vaˈɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά Βικιλεξικό
    • το παλιό έπιπλο ήταν βαρύ κι ασήκωτο
  2. που έχει μεγάλη πυκνότητα Βικιλεξικό
    • όταν κάποιοι έλεγαν ότι θα φτιάξουν ιπτάμενες συσκευές πιο βαριές από τον αέρα, τους έλεγαν αιθεροβάμονες
  3. για φαγητό ή ποτόπου έχει μεγάλη ποσότητα από μια ουσία, πολύ έντονη γεύση ή έχει άσχημη επίδραση στον οργανισμό Βικιλεξικό
    • έναν καφέ πολλά βαρύ, παρακαλώ
    • το στιφάδο είναι βαρύ φαγητό και με πειράζει
    • βαριά ποτά, βαριά τσιγάρα
  4. που δείχνει σημάδια επιδείνωσης Βικιλεξικό
    • ο καιρός ήταν βαρύς και φαινόταν ότι θα βρέξει
  5. μεταφορικάπου αναμένεται να έχει άσχημες επιπτώσεις Βικιλεξικό
    • οι κατηγορίες εναντίον του ήταν βαρύτατες
  6. μεταφορικάάσχημος, γεμάτος ένταση ή στενοχώρια Βικιλεξικό
    • η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους ήταν πολύ βαριά
  7. για άνθρωποκακοδιάθετος ή/και υπερβολικά σοβαρός, σε σημείο αγένειας καμιά φορά Βικιλεξικό
    • Σήμερα το πρωί ο Γιώργος ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Τι να του συνέβη άραγε;

Ετυμολογία

βαρύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) + *-us

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρύςβαρεία / βαριάβαρύ
Γενικήβαρέος / βαριού, βαρύβαρείας / βαριάςβαρέος / βαριού, βαρύ
Αιτιατικήβαρύβαρεία / βαριάβαρύ
Κλητικήβαρύβαρεία / βαριάβαρύ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρείς / βαριοίβαρείες / βαριέςβαρέα / βαριά
Γενικήβαρέων / βαριώνβαρειών / βαριώνβαρέων / βαριών
Αιτιατικήβαρείς / βαριούςβαρείες / βαριέςβαρέα / βαριά
Κλητικήβαρείς / βαριοίβαρείες / βαριέςβαρέα / βαριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →