βαρύς
•
- που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά Βικιλεξικό
- το παλιό έπιπλο ήταν βαρύ κι ασήκωτο
- που έχει μεγάλη πυκνότητα Βικιλεξικό
- όταν κάποιοι έλεγαν ότι θα φτιάξουν ιπτάμενες συσκευές πιο βαριές από τον αέρα, τους έλεγαν αιθεροβάμονες
- για φαγητό ή ποτόπου έχει μεγάλη ποσότητα από μια ουσία, πολύ έντονη γεύση ή έχει άσχημη επίδραση στον οργανισμό Βικιλεξικό
- έναν καφέ πολλά βαρύ, παρακαλώ
- το στιφάδο είναι βαρύ φαγητό και με πειράζει
- βαριά ποτά, βαριά τσιγάρα
- που δείχνει σημάδια επιδείνωσης Βικιλεξικό
- ο καιρός ήταν βαρύς και φαινόταν ότι θα βρέξει
- μεταφορικάπου αναμένεται να έχει άσχημες επιπτώσεις Βικιλεξικό
- οι κατηγορίες εναντίον του ήταν βαρύτατες
- μεταφορικάάσχημος, γεμάτος ένταση ή στενοχώρια Βικιλεξικό
- η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους ήταν πολύ βαριά
- για άνθρωποκακοδιάθετος ή/και υπερβολικά σοβαρός, σε σημείο αγένειας καμιά φορά Βικιλεξικό
- Σήμερα το πρωί ο Γιώργος ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Τι να του συνέβη άραγε;
Ετυμολογία
βαρύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) + *-us
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρύς | βαρεία / βαριά | βαρύ |
| Γενική | βαρέος / βαριού, βαρύ | βαρείας / βαριάς | βαρέος / βαριού, βαρύ |
| Αιτιατική | βαρύ | βαρεία / βαριά | βαρύ |
| Κλητική | βαρύ | βαρεία / βαριά | βαρύ |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρείς / βαριοί | βαρείες / βαριές | βαρέα / βαριά |
| Γενική | βαρέων / βαριών | βαρειών / βαριών | βαρέων / βαριών |
| Αιτιατική | βαρείς / βαριούς | βαρείες / βαριές | βαρέα / βαριά |
| Κλητική | βαρείς / βαριοί | βαρείες / βαριές | βαρέα / βαριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →