βαρβάτος
•
- για ζώοόχι ευνουχισμένος, που χρησιμοποιείται για αναπαραγωγή Βικιλεξικό
- Είχαν ένα βαρβάτο άλογο, έναν επιβήτορα, που τον ζευγάρωναν με φοράδες ή γαϊδούρες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- που χαρακτηρίζεται από σεξουαλικό δυναμισμό Βικιλεξικό
- δυνατός σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
- είναι βαρβάτος επιστήμονας
- μεγάλος ως προς το μέγεθος, τη σημασία ή μεγάλης δυσκολίας Βικιλεξικό
- γενναίος, ανδρείος Βικιλεξικό
- είναι βαρβάτο παληκάρι
Ετυμολογία
βαρβάτος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βαρβᾶτος < λατινική barbatus < barba < *farba < πρωτοϊταλική *farβā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰardʰeh₂ (γένι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβάτος | βαρβάτη | βαρβάτο |
| Γενική | βαρβάτου | βαρβάτης | βαρβάτου |
| Αιτιατική | βαρβάτο | βαρβάτη | βαρβάτο |
| Κλητική | βαρβάτε | βαρβάτη | βαρβάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβάτοι | βαρβάτες | βαρβάτα |
| Γενική | βαρβάτων | βαρβάτων | βαρβάτων |
| Αιτιατική | βαρβάτους | βαρβάτες | βαρβάτα |
| Κλητική | βαρβάτοι | βαρβάτες | βαρβάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →