Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρβάτος

/vaɾˈva.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ζώοόχι ευνουχισμένος, που χρησιμοποιείται για αναπαραγωγή Βικιλεξικό
    • Είχαν ένα βαρβάτο άλογο, έναν επιβήτορα, που τον ζευγάρωναν με φοράδες ή γαϊδούρες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
  2. που χαρακτηρίζεται από σεξουαλικό δυναμισμό Βικιλεξικό
  3. δυνατός σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
    • είναι βαρβάτος επιστήμονας
  4. μεγάλος ως προς το μέγεθος, τη σημασία ή μεγάλης δυσκολίας Βικιλεξικό
  5. γενναίος, ανδρείος Βικιλεξικό
    • είναι βαρβάτο παληκάρι

Ετυμολογία

βαρβάτος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βαρβᾶτος < λατινική barbatus < barba < *farba < πρωτοϊταλική *farβā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰardʰeh₂ (γένι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρβάτοςβαρβάτηβαρβάτο
Γενικήβαρβάτουβαρβάτηςβαρβάτου
Αιτιατικήβαρβάτοβαρβάτηβαρβάτο
Κλητικήβαρβάτεβαρβάτηβαρβάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαρβάτοιβαρβάτεςβαρβάτα
Γενικήβαρβάτωνβαρβάτωνβαρβάτων
Αιτιατικήβαρβάτουςβαρβάτεςβαρβάτα
Κλητικήβαρβάτοιβαρβάτεςβαρβάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →