Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρβατίλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δυσοσμία αρσενικών ζώων την εποχή του ζευγαρώματος Βικιλεξικό
  2. για άνδρεςη κακοσμία που προέρχεται από την απλυσιά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη προσπάθεια επίδειξης ανδρισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαρβατίλα < βαρβάτ(ος) + -ίλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρβατίλαβαρβατίλες
Γενικήβαρβατίλας—
Αιτιατικήβαρβατίλαβαρβατίλες
Κλητικήβαρβατίλαβαρβατίλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →