βαρβατίλα
•
- η δυσοσμία αρσενικών ζώων την εποχή του ζευγαρώματος Βικιλεξικό
- για άνδρεςη κακοσμία που προέρχεται από την απλυσιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάη προσπάθεια επίδειξης ανδρισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρβατίλα < βαρβάτ(ος) + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρβατίλα | βαρβατίλες |
| Γενική | βαρβατίλας | — |
| Αιτιατική | βαρβατίλα | βαρβατίλες |
| Κλητική | βαρβατίλα | βαρβατίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →