βαριέμαι
•
- αμετάβατονιώθω βαρεμάρα, ανία, πλήξη Βικιλεξικό
- Δεν ξέρω τι να κάνω για να περάσει η ώρα. Βαριέμαι!
- μεταβατικόδυσανασχετώ για κάτι ή κάποιον που δε μου προκαλεί το ενδιαφέρον, μου προξενεί ανία Βικιλεξικό
- Βαρέθηκα πια την πολυλογία σου!
Ετυμολογία
βαριέμαι < μεσαιωνική ελληνική βαριοῦμαι, μεταπλασμένος τύπος του βαροῦμαι (<-έομαι), παθητικός τύπος του βαρώ
Άλλοι τύποι
βαρέθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →