Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρκάρης

/vaɾˈka.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ιδιοκτήτης μιας βάρκας ή ο κωπηλάτης που την κινεί Βικιλεξικό
    • 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Προσχέδια [1954-1960], Νεκρό καλοκαίρι, στίχ. 77 (75-77).

Ετυμολογία

βαρκάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βαρκάρης. Συγχρονικά αναλύεται σε βάρκ(α) + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρκάρηςβαρκάρηδες
Γενικήβαρκάρηβαρκάρηδων
Αιτιατικήβαρκάρηβαρκάρηδες
Κλητικήβαρκάρηβαρκάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →