μπαρκάρω
•
- επιβιβάζομαι σε πλοίο, για να ταξιδέψω ως μέλος του πληρώματος, ξεκινώ να εργάζομαι σε αυτό Βικιλεξικό
- Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους @books.google
- επιβιβάζομαι σε πλοίο, για να ταξιδέψω ως επιβάτης Βικιλεξικό
- μεταβατικόφορτώνω σε πλοίο εμπορεύματα-αγαθά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαρκάρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαρκάρω < ἰμπαρκάρω < ιταλική imbarcare < barca < → δείτε τη λέξη βάρκα
Άλλοι τύποι
μπάρκαραμπαρκάριζαμπαρκάρισαμπαρκαρισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →