βαρονία
•
- η επικράτεια ενός βαρόνου Βικιλεξικό
- το σύνολο των βαρόνων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοι αριστοκράτες, η αριστοκρατία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρονία < ιταλική baronia < υστερολατινική baro (αιτιατική: baronem)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρονία | βαρονίες |
| Γενική | βαρονίας | βαρονιών |
| Αιτιατική | βαρονία | βαρονίες |
| Κλητική | βαρονία | βαρονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →