βαρόνος
•
- παρωχημένη σημασίακατώτερος τίτλος ευγενείας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάποιος με μεγάλη δύναμη που ελέγχει έναν τομέα, π.χ. του υποκόσμου Βικιλεξικό
- οι βαρόνοι της κοκαΐνης
Ετυμολογία
βαρόνος (μαρτυρείται από το 1782) γραφή που πρότεινε ο Αδαμάντιος Κοραής (Άτακτα, Τόμος 5, στο λήμμα εὐγενής) < λόγιο δάνειο από την ιταλική baron(e) + -ος ή από τη γαλλική baron < παλαιά γαλλική baron < μεσαιωνική λατινική (απ' όπου και οι μεσαιωνικοί τύποι πληθυντικού βάρωνες, βαρόνιοι) < φραγκική *barō (άνδρας, πολεμιστής) < δυτική πρωτογερμανική *barô < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰer- (φέρω, μεταφέρω). Κατ' άλλη εκδοχή, κελτικής προέλευσης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρόνος | βαρόνοι |
| Γενική | βαρόνου | βαρόνων |
| Αιτιατική | βαρόνο | βαρόνους |
| Κλητική | βαρόνε | βαρόνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →