βαρύμαγκας
•
- ο πολύ μάγκας Βικιλεξικό
- αργκόο «πολλά βαρύς κι ασήκωτος» (άνδρας, ή μάγκας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαρύμαγκας < βαρύ- + μάγκας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαρύμαγκας | βαρύμαγκες |
| Γενική | βαρύμαγκα | βαρύμαγκων |
| Αιτιατική | βαρύμαγκα | βαρύμαγκες |
| Κλητική | βαρύμαγκα | βαρύμαγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →