βασίλειο
•
- χώρα που διοικείται από έναν βασιλιά Βικιλεξικό
- το βασίλειο της Σουηδίας / του Βελγίου
- η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρεια Ιρλανδία μαζί σχηματίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο
- ταξινομίαταξινομική βαθμίδα κατώτερη της επικράτειας και ανώτερη της συνομοταξίας για το σύνολο των ζώων, των φυτών, των μυκήτων, και άλλων οργανισμών. Υπάρχουν έξι ή επτά βασίλεια. Βικιλεξικό
- το ζωικό βασίλειο, το φυτικό βασίλειο
Ετυμολογία
βασίλειο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βασίλειο, αρχαία σημασία: παλάτι, πρωτεύουσα < βασιλεύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βασίλειο | βασίλεια |
| Γενική | βασίλειου / βασιλείου | βασιλείων |
| Αιτιατική | βασίλειο | βασίλεια |
| Κλητική | βασίλειο | βασίλεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →