βασανίζω
•
- ταλαιπωρώ κάποιον, τον παιδεύω Βικιλεξικό
- κανείς δεν μπορεί να βασανίσει τον Θεό, όσο κι αν πασχίζουν οι Χριστιανοί να μας πείσουν βεβηλώνοντας την ουσιωδώς μη ανθρωπική φύση Του
- υποβάλλω κάποιον σε σωματικά ή ψυχικά βασανιστήρια με σκοπό να του προκαλέσω πόνο Βικιλεξικό
- υποβάλλω ένα πνευματικό δημιούργημα σε εξαντλητικό έλεγχο (σε διανοητική βάσανο) πριν το θεωρήσω ολοκληρωμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βασανίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασανίζω (εξετάζω, βασανίζω) < βάσανος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βασανίζω | βασανίζεις | βασανίζει | βασανίζουμε | βασανίζετε | βασανίζουν / βασανίζουνε |
| Παρατατικός | βασάνιζα | βασάνιζες | βασάνιζε | βασανίζαμε | βασανίζατε | βασάνιζαν / βασανίζαν / βασανίζανε |
| Αόριστος | βασάνισα | βασάνισες | βασάνισε | βασανίσαμε | βασανίσατε | βασάνισαν / βασανίσαν / βασανίσανε |
| Μέλλοντας | θα βασανίζω / θα βασανίσω | θα βασανίζεις / θα βασανίσεις | θα βασανίζει / θα βασανίσει | θα βασανίζουμε / θα βασανίσουμε | θα βασανίζετε / θα βασανίσετε | θα βασανίζουν / θα βασανίζουνε / θα βασανίσουν / θα βασανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βασανίσει | έχεις βασανίσει | έχει βασανίσει | έχουμε βασανίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βασανίσει | είχες βασανίσει | είχε βασανίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βασανίσει / να βασανίζω / να βασανίσω | να έχεις βασανίσει / να βασανίζεις / να βασανίσεις | να έχει βασανίσει / να βασανίζει / να βασανίσει | να έχουμε βασανίσει / να βασανίζουμε / να βασανίσουμε | να βασανίζετε / να βασανίσετε | να βασανίζουν / να βασανίζουνε / να βασανίσουν / να βασανίσουνε |
| Προστακτική | — | βασάνιζε / βασάνισε | — | — | βασανίζετε / βασανίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βασανίστηκαβασανίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →