βασανιστήριο
•
- η ενέργεια που αποσκοπεί στην κακοποίηση κάποιου με σωματικό ή / και ψυχικό τρόπο, προκαλώντας του πόνο ή αγωνία, με σκοπό να τιμωρηθεί, να καταρρεύσει ψυχολογικά ή να αναγκαστεί να κάνει κάτι (βλέπε και βασανιστήρια) Βικιλεξικό
- καταχρηστικάη ταλαιπωρία, η δοκιμασία που τυχαίνει στη ζωή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βασανιστήριο < βασανίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βασανιστήριο | βασανιστήρια |
| Γενική | βασανιστήριου / βασανιστηρίου | βασανιστηρίων |
| Αιτιατική | βασανιστήριο | βασανιστήρια |
| Κλητική | βασανιστήριο | βασανιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →