βαυκάλημα
•
- παρωχημένονανούρισμα Βικιλεξικό
- απατηλή υπόσχεση, αβάσιμη ελπίδα, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαυκαλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαυκάλημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βαυκάλημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βαυκάλημα | βαυκαλήματα |
| Γενική | βαυκαλήματος | βαυκαλημάτων |
| Αιτιατική | βαυκάλημα | βαυκαλήματα |
| Κλητική | βαυκάλημα | βαυκαλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →