Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαυκάλημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένονανούρισμα Βικιλεξικό
  2. απατηλή υπόσχεση, αβάσιμη ελπίδα, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαυκαλίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βαυκάλημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βαυκάλημα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαυκάλημαβαυκαλήματα
Γενικήβαυκαλήματοςβαυκαλημάτων
Αιτιατικήβαυκάλημαβαυκαλήματα
Κλητικήβαυκάλημαβαυκαλήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →