βαυκαλίζω
•
- εξαπατώ ή καθησυχάζω κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες Βικιλεξικό
- Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)
- Μη βαυκαλίζεσαι με ψεύτικες ελπίδες.
- παρωχημένοαποκοιμίζω, νανουρίζω ένα μωρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βαυκαλίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βαυκαλίζω (νανουρίζω) < αρχαία ελληνική βαυκαλάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαυκαλίζω | βαυκαλίζεις | βαυκαλίζει | βαυκαλίζουμε | βαυκαλίζετε | βαυκαλίζουν / βαυκαλίζουνε |
| Παρατατικός | βαυκάλιζα | βαυκάλιζες | βαυκάλιζε | βαυκαλίζαμε | βαυκαλίζατε | βαυκάλιζαν / βαυκαλίζαν / βαυκαλίζανε |
| Αόριστος | βαυκάλισα | βαυκάλισες | βαυκάλισε | βαυκαλίσαμε | βαυκαλίσατε | βαυκάλισαν / βαυκαλίσαν / βαυκαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα βαυκαλίζω / θα βαυκαλίσω | θα βαυκαλίζεις / θα βαυκαλίσεις | θα βαυκαλίζει / θα βαυκαλίσει | θα βαυκαλίζουμε / θα βαυκαλίσουμε | θα βαυκαλίζετε / θα βαυκαλίσετε | θα βαυκαλίζουν / θα βαυκαλίζουνε / θα βαυκαλίσουν / θα βαυκαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαυκαλίσει | έχεις βαυκαλίσει | έχει βαυκαλίσει | έχουμε βαυκαλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαυκαλίσει | είχες βαυκαλίσει | είχε βαυκαλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βαυκαλίσει / να βαυκαλίζω / να βαυκαλίσω | να έχεις βαυκαλίσει / να βαυκαλίζεις / να βαυκαλίσεις | να έχει βαυκαλίσει / να βαυκαλίζει / να βαυκαλίσει | να έχουμε βαυκαλίσει / να βαυκαλίζουμε / να βαυκαλίσουμε | να βαυκαλίζετε / να βαυκαλίσετε | να βαυκαλίζουν / να βαυκαλίζουνε / να βαυκαλίσουν / να βαυκαλίσουνε |
| Προστακτική | — | βαυκάλιζε / βαυκάλισε | — | — | βαυκαλίζετε / βαυκαλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βαυκαλίστηκαβαυκαλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →