βελονοθεραπεία
•
- ιατρικήθεραπεία διαφόρων παθήσεων με τη χρήση βελονών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βελονοθεραπεία < βελόν(α) + -ο- + -θεραπεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελονοθεραπεία | βελονοθεραπείες |
| Γενική | βελονοθεραπείας | βελονοθεραπειών |
| Αιτιατική | βελονοθεραπεία | βελονοθεραπείες |
| Κλητική | βελονοθεραπεία | βελονοθεραπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →