Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βελονοθεραπευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη βελονοθεραπεία, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βελονοθεραπευτικός < βελόνα + -ο- + θεραπεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβελονοθεραπευτικόςβελονοθεραπευτικήβελονοθεραπευτικό
Γενικήβελονοθεραπευτικούβελονοθεραπευτικήςβελονοθεραπευτικού
Αιτιατικήβελονοθεραπευτικόβελονοθεραπευτικήβελονοθεραπευτικό
Κλητικήβελονοθεραπευτικέβελονοθεραπευτικήβελονοθεραπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβελονοθεραπευτικοίβελονοθεραπευτικέςβελονοθεραπευτικά
Γενικήβελονοθεραπευτικώνβελονοθεραπευτικώνβελονοθεραπευτικών
Αιτιατικήβελονοθεραπευτικούςβελονοθεραπευτικέςβελονοθεραπευτικά
Κλητικήβελονοθεραπευτικοίβελονοθεραπευτικέςβελονοθεραπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →