Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βελτίωση

/velˈti.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αλλαγή προς το καλύτερο Βικιλεξικό
    • Έχει ακόμα μεγάλο περιθώριο βελτίωσης.
  2. στον πληθυντικόδιορθώσεις, αλλαγές με σκοπό την καλυτέρευση Βικιλεξικό
    • Το κείμενο χρειάζεται κάποιες βελτιώσεις.
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)

Ετυμολογία

βελτίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βελτίω(σις) + -ση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβελτίωσηβελτιώσεις
Γενικήβελτίωσηςβελτιώσεων
Αιτιατικήβελτίωσηβελτιώσεις
Κλητικήβελτίωσηβελτιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →