βελτίωση
•
- η αλλαγή προς το καλύτερο Βικιλεξικό
- Έχει ακόμα μεγάλο περιθώριο βελτίωσης.
- στον πληθυντικόδιορθώσεις, αλλαγές με σκοπό την καλυτέρευση Βικιλεξικό
- Το κείμενο χρειάζεται κάποιες βελτιώσεις.
- Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
Ετυμολογία
βελτίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βελτίω(σις) + -ση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελτίωση | βελτιώσεις |
| Γενική | βελτίωσης | βελτιώσεων |
| Αιτιατική | βελτίωση | βελτιώσεις |
| Κλητική | βελτίωση | βελτιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →