βελτιώνω
•
- κάνω (κάτι) καλύτερο Βικιλεξικό
- Για να πάρεις καλύτερο βαθμό, πρέπει να βελτιωθείς. Ιδίως στα μαθηματικά πρέπει να βελτιώσεις την απόδοσή σου.
Ετυμολογία
βελτιώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βελτι(ῶ) (βελτιόω) + -ώνω < βέλτιστος, υπερθετικός βαθμός επιθέτων βέλτερος, βελτίων (συγκριτικός βαθμός του επιθέτου ἀγαθός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βελτιώνω | βελτιώνεις | βελτιώνει | βελτιώνουμε | βελτιώνετε | βελτιώνουν / βελτιώνουνε |
| Παρατατικός | βελτίωνα | βελτίωνες | βελτίωνε | βελτιώναμε | βελτιώνατε | βελτίωναν / βελτιώναν / βελτιώνανε |
| Αόριστος | βελτίωσα | βελτίωσες | βελτίωσε | βελτιώσαμε | βελτιώσατε | βελτίωσαν / βελτιώσαν / βελτιώσανε |
| Μέλλοντας | θα βελτιώνω / θα βελτιώσω | θα βελτιώνεις / θα βελτιώσεις | θα βελτιώνει / θα βελτιώσει | θα βελτιώνουμε / θα βελτιώσουμε | θα βελτιώνετε / θα βελτιώσετε | θα βελτιώνουν / θα βελτιώνουνε / θα βελτιώσουν / θα βελτιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βελτιώσει | έχεις βελτιώσει | έχει βελτιώσει | έχουμε βελτιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βελτιώσει | είχες βελτιώσει | είχε βελτιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βελτιώσει / να βελτιώνω / να βελτιώσω | να έχεις βελτιώσει / να βελτιώνεις / να βελτιώσεις | να έχει βελτιώσει / να βελτιώνει / να βελτιώσει | να έχουμε βελτιώσει / να βελτιώνουμε / να βελτιώσουμε | να βελτιώνετε / να βελτιώσετε | να βελτιώνουν / να βελτιώνουνε / να βελτιώσουν / να βελτιώσουνε |
| Προστακτική | — | βελτίωνε / βελτίωσε | — | — | βελτιώνετε / βελτιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βελτιώθηκαβελτιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →