Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βελτιστοποιώ

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι βέλτιστο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βελτιστοποιώ < βέλτιστος + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβελτιστοποιώβελτιστοποιείςβελτιστοποιείβελτιστοποιούμεβελτιστοποιείτεβελτιστοποιούν / βελτιστοποιούνε
Παρατατικόςβελτιστοποιούσαβελτιστοποιούσεςβελτιστοποιούσεβελτιστοποιούσαμεβελτιστοποιούσατεβελτιστοποιούσαν / βελτιστοποιούσανε
Αόριστοςβελτιστοποίησαβελτιστοποίησεςβελτιστοποίησεβελτιστοποιήσαμεβελτιστοποιήσατεβελτιστοποίησαν / βελτιστοποιήσαν / βελτιστοποιήσανε
Μέλλονταςθα βελτιστοποιήσω / θα βελτιστοποιώθα βελτιστοποιήσεις / θα βελτιστοποιείςθα βελτιστοποιήσει / θα βελτιστοποιείθα βελτιστοποιήσουμε / θα βελτιστοποιούμεθα βελτιστοποιήσετε / θα βελτιστοποιείτεθα βελτιστοποιήσουν / θα βελτιστοποιήσουνε / θα βελτιστοποιούν / θα βελτιστοποιούνε
Παρακείμενοςέχω βελτιστοποιήσειέχεις βελτιστοποιήσειέχει βελτιστοποιήσειέχουμε βελτιστοποιήσειέχετε βελτιστοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βελτιστοποιήσειείχες βελτιστοποιήσειείχε βελτιστοποιήσειείχαμε βελτιστοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω βελτιστοποιήσει / να βελτιστοποιήσω / να βελτιστοποιώνα έχεις βελτιστοποιήσει / να βελτιστοποιήσεις / να βελτιστοποιείςνα έχει βελτιστοποιήσει / να βελτιστοποιήσει / να βελτιστοποιείνα έχουμε βελτιστοποιήσει / να βελτιστοποιήσουμε / να βελτιστοποιούμενα έχετε βελτιστοποιήσει / να βελτιστοποιήσετε / να βελτιστοποιείτενα βελτιστοποιήσουν / να βελτιστοποιήσουνε / να βελτιστοποιούν / να βελτιστοποιούνε
Προστακτική—βελτιστοποίει / βελτιστοποίησε——βελτιστοποιήστε / βελτιστοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →