βενζόη
•
- ρητινώδης ουσία που λαμβάνεται από ένα δέντρο στη Σουμάτρα και χρησιμοποιείται σε διάφορες περιπτώσεις (στη χρωματοποιία, στη φαρμακευτική, την αρωματοποιία κ.λπ. Βικιλεξικό
- χημείαμια κετόνη, που συντίθεται από βενζαλδεΰδη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βενζόη < (άμεσο δάνειο) αγγλική benzoin < μέση γαλλική benjoin < ισπανική benjuí < πορτογαλική beijoin < ιταλική benzoi < αραβική لبان جاوي (lubān jāwiyy)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βενζόη | βενζόες |
| Γενική | βενζόης | βενζοών |
| Αιτιατική | βενζόη | βενζόες |
| Κλητική | βενζόη | βενζόες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →