βεντετίζω
•
- φέρομαι σαν βεντέτα, δηλαδή σαν πρόσωπο (κυρίως του θεάματος: ηθοποιός, τραγουδιστής) που έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη και (ενδεχομένως) έχει εκκεντρική, υπεροπτική ή αλαζονική συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βεντετίζω < βεντέτ(α) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βεντετίζω | βεντετίζεις | βεντετίζει | βεντετίζουμε | βεντετίζετε | βεντετίζουν / βεντετίζουνε |
| Παρατατικός | βεντέτιζα | βεντέτιζες | βεντέτιζε | βεντετίζαμε | βεντετίζατε | βεντέτιζαν / βεντετίζαν / βεντετίζανε |
| Αόριστος | βεντέτισα | βεντέτισες | βεντέτισε | βεντετίσαμε | βεντετίσατε | βεντέτισαν / βεντετίσαν / βεντετίσανε |
| Μέλλοντας | θα βεντετίζω / θα βεντετίσω | θα βεντετίζεις / θα βεντετίσεις | θα βεντετίζει / θα βεντετίσει | θα βεντετίζουμε / θα βεντετίσουμε | θα βεντετίζετε / θα βεντετίσετε | θα βεντετίζουν / θα βεντετίζουνε / θα βεντετίσουν / θα βεντετίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βεντετίσει | έχεις βεντετίσει | έχει βεντετίσει | έχουμε βεντετίσει | έχετε βεντετίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βεντετίσει | είχες βεντετίσει | είχε βεντετίσει | είχαμε βεντετίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βεντετίσει / να βεντετίζω / να βεντετίσω | να έχεις βεντετίσει / να βεντετίζεις / να βεντετίσεις | να έχει βεντετίσει / να βεντετίζει / να βεντετίσει | να έχουμε βεντετίσει / να βεντετίζουμε / να βεντετίσουμε | να έχετε βεντετίσει / να βεντετίζετε / να βεντετίσετε | να βεντετίζουν / να βεντετίζουνε / να βεντετίσουν / να βεντετίσουνε |
| Προστακτική | — | βεντέτιζε / βεντέτισε | — | — | βεντετίζετε / βεντετίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →