βερέμης
•
- παρωχημένοάνθρωπος καχεκτικός και αδύναμος Βικιλεξικό
- Ήμουν νευρικός, μικρός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, αλλοπρόσαλλος, βερέμης, κλαψιάρης, παραπονιάρης, λιγόψυχος, ανυπόμονος, ατίθασος, επίμονος, πεισματάρης […].
Ετυμολογία
βερέμης < βερέμ(ι) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερέμης | βερέμηδες |
| Γενική | βερέμη | βερέμηδων |
| Αιτιατική | βερέμη | βερέμηδες |
| Κλητική | βερέμη | βερέμηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →