Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βερεσέ

/ve.ɾeˈse/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αγορά ή η πώληση με πίστωση, με τρόπο βερεσέ Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: βερεσές (αρσενικό)

Ετυμολογία

βερεσέ < ουσιαστικοποιημένο επίρρημα βερεσέ

Άλλοι τύποι

βερεσέδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βερεσέ

/ve.ɾeˈse/επίρρημα
•
  1. επί πιστώσει Βικιλεξικό
    • Τέλος, δε χαλούσε χατίρι σε κανέναν, εξυπηρετούσε όχι μόνο το χωριό αλλά και τα γυροχώριουλα, και το τεφτέρι του ήτανε συνεχώς γεμάτο βερεσέδια. (Το χαρκιδιό: Ένας παραδοσιακός θησαυρός του Εμμανουήλ Φωτάκη, neakriti.gr, 21/09/2020 https://www.neakriti.gr/politismos/1589988_harkidio-enas-paradosiakos-thisayros-toy-emmanoyil-fotaki)
    • Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)

Ετυμολογία

βερεσέ < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ویرهسی (viresi, veresi) (τουρκική veresiye)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →