βημόθυρο
•
- χριστιανισμόςτο ένα από τα δυο φύλλα της Ωραία Πύλης του Αγίου Βήματος, συνήθως χρησιμοποιούμενο στον πληθυντικό (βημόθυρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βημόθυρο < μεσαιωνική ελληνική βημόθυρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βημόθυρο | βημόθυρα |
| Γενική | βημόθυρου | βημόθυρων |
| Αιτιατική | βημόθυρο | βημόθυρα |
| Κλητική | βημόθυρο | βημόθυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →