θύρα
•
- η πόρτα Βικιλεξικό
- κάθε είσοδος σε γήπεδο ή στάδιο που οδηγεί στην αντίστοιχη αριθμημένη εξέδρα του Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) εξέδρα γηπέδου
- (κατ’ επέκταση) το σύνολο των θεατών που κάθονται σε μία εξέδρα
- υλικό υπολογιστήειδική υποδοχή σε υπολογιστικό σύστημα για την εισαγωγή του κατάλληλου καλωδίου που θα επιτρέψει την επικοινωνία με περιφερειακές συσκευές. Βικιλεξικό
- παράλληλη θύρα, σειραϊκή θύρα, θύρα USB
- Ο έλεγχος εξωτερικών οργάνων, καθώς και η εισαγωγή δεδομένων από το περιβάλλον προς το υπολογιστικό κύκλωμα, επιτυγχάνεται μέσω των θυρών επικοινωνίας, με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών.
Ετυμολογία
θύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θύρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θύρα | θύρες |
| Γενική | θύρας | θυρών |
| Αιτιατική | θύρα | θύρες |
| Κλητική | θύρα | θύρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →