Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θύρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πόρτα Βικιλεξικό
  2. κάθε είσοδος σε γήπεδο ή στάδιο που οδηγεί στην αντίστοιχη αριθμημένη εξέδρα του Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) εξέδρα γηπέδου
    • (κατ’ επέκταση) το σύνολο των θεατών που κάθονται σε μία εξέδρα
  3. υλικό υπολογιστήειδική υποδοχή σε υπολογιστικό σύστημα για την εισαγωγή του κατάλληλου καλωδίου που θα επιτρέψει την επικοινωνία με περιφερειακές συσκευές. Βικιλεξικό
    • παράλληλη θύρα, σειραϊκή θύρα, θύρα USB
    • Ο έλεγχος εξωτερικών οργάνων, καθώς και η εισαγωγή δεδομένων από το περιβάλλον προς το υπολογιστικό κύκλωμα, επιτυγχάνεται μέσω των θυρών επικοινωνίας, με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών.

Ετυμολογία

θύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θύρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθύραθύρες
Γενικήθύραςθυρών
Αιτιατικήθύραθύρες
Κλητικήθύραθύρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →