βια
•
- ποιητικόβία, βιασύνη Βικιλεξικό
- Σε γνωρίζω από την κόψη
- του σπαθιού την τρομερή,
- σε γνωρίζω από την όψη
- που με βια μετρά τη γη.
- Διονύσιος Σολωμός, Ύμνος εις την Ελευθερίαν
Ετυμολογία
βια < βία με συνίζηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βια | — |
| Γενική | βιας | — |
| Αιτιατική | βια | — |
| Κλητική | βια | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →