βιαιοπραγώ
•
- φέρομαι βίαια, συμπεριφέρομαι με βία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιαιοπραγώ < βία + -ο- + πράττω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιαιοπραγώ | βιαιοπραγείς | βιαιοπραγεί | βιαιοπραγούμε | βιαιοπραγείτε | βιαιοπραγούν / βιαιοπραγούνε |
| Παρατατικός | βιαιοπραγούσα | βιαιοπραγούσες | βιαιοπραγούσε | βιαιοπραγούσαμε | βιαιοπραγούσατε | βιαιοπραγούσαν / βιαιοπραγούσανε |
| Αόριστος | βιαιοπράγησα | βιαιοπράγησες | βιαιοπράγησε | βιαιοπραγήσαμε | βιαιοπραγήσατε | βιαιοπράγησαν / βιαιοπραγήσαν / βιαιοπραγήσανε |
| Μέλλοντας | θα βιαιοπραγώ / θα βιαιοπραγήσω | θα βιαιοπραγήσεις / θα βιαιοπραγείς | θα βιαιοπραγήσει / θα βιαιοπραγεί | θα βιαιοπραγούμε / θα βιαιοπραγήσουμε | θα βιαιοπραγείτε / θα βιαιοπραγήσετε | θα βιαιοπραγούν / θα βιαιοπραγούνε / θα βιαιοπραγήσουν / θα βιαιοπραγήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βιαιοπραγήσει | έχεις βιαιοπραγήσει | έχει βιαιοπραγήσει | έχουμε βιαιοπραγήσει | έχετε βιαιοπραγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιαιοπραγήσει | είχες βιαιοπραγήσει | είχε βιαιοπραγήσει | είχαμε βιαιοπραγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να βιαιοπραγώ / να έχω βιαιοπραγήσει / να βιαιοπραγήσω | να έχεις βιαιοπραγήσει / να βιαιοπραγήσεις / να βιαιοπραγείς | να έχει βιαιοπραγήσει / να βιαιοπραγήσει / να βιαιοπραγεί | να βιαιοπραγούμε / να έχουμε βιαιοπραγήσει / να βιαιοπραγήσουμε | να βιαιοπραγείτε / να έχετε βιαιοπραγήσει / να βιαιοπραγήσετε | να βιαιοπραγούν / να βιαιοπραγούνε / να βιαιοπραγήσουν / να βιαιοπραγήσουνε |
| Προστακτική | — | βιαιοπράγει / βιαιοπράγησε | — | — | βιαιοπραγείτε / βιαιοπραγήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →