Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πράττω

ρήμα
•
  1. κάνω, εκτελώ, ενεργώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πράττω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πράττω (αττικός τύπος )

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπράττωπράττειςπράττειπράττουμεπράττετεπράττουν / πράττουνε
Παρατατικόςέπρατταέπραττεςέπραττεπράτταμεπράττατεέπρατταν / πράτταν / πράττανε
Αόριστοςέπραξαέπραξεςέπραξεπράξαμεπράξατεέπραξαν / πράξαν / πράξανε
Μέλλονταςθα πράξω / θα πράττωθα πράξεις / θα πράττειςθα πράξει / θα πράττειθα πράξουμε / θα πράττουμεθα πράξετε / θα πράττετεθα πράξουν / θα πράξουνε / θα πράττουν / θα πράττουνε
Παρακείμενοςέχω πράξειέχεις πράξειέχει πράξει———
Υπερσυντέλικοςείχα πράξειείχες πράξειείχε πράξει———
Υποτακτικήνα έχω πράξει / να πράξω / να πράττωνα έχεις πράξει / να πράξεις / να πράττειςνα έχει πράξει / να πράξει / να πράττεινα πράξουμε / να πράττουμενα πράξετε / να πράττετενα πράξουν / να πράξουνε / να πράττουν / να πράττουνε
Προστακτική—έχε πεπραγμένο / πράξε / πράττε——πράξτε / πράττετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →