βιασύνη
•
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιάζεται Βικιλεξικό
- το να εκτελεί κανείς μια ενέργεια βιαστικά, πολύ γρήγορα, επειδή δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιασύνη < επέκταση του βιάσ(η) κατά τα θηλυκά σε -(ο)σύνη Δείτε και βία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιασύνη | βιασύνες |
| Γενική | βιασύνης | βιασυνών |
| Αιτιατική | βιασύνη | βιασύνες |
| Κλητική | βιασύνη | βιασύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →